Ερευνώντας για τους Έλληνες αμπελουργούς που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό, το μάτι μου έπεσε σε ένα επίθετο «Παπαδημητρακόπουλος». Αμέσως σκέφτηκα πως σίγουρα θα είναι από την Αρκαδία. Και είχα δίκιο. Συνεχίζοντας είδα με έκπληξη που ήμασταν από τα ίδια μέρη. Κι επειδή ουδέν κρυπτόν από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ήταν τελικά γνωστός με τον πολύ καλό μου φίλο Νίκο Γουρδομιχάλη, απόφοιτο του ΤΕΙ Οινολογίας. Από τότε αναπτύχτηκε μεταξύ μας μια πολύ καλή φιλία καθώς ανταλλάσαμε απόψεις και σκέψεις για τον παγκόσμιο αμπελώνα. Στο Γιάννη Παπαδημητρακόπουλο μου έκανε εντύπωση ο μεστός του λόγος και η άριστη γνώση του αντικειμένου.

 

 Πώς ξεκινά η σχέση σας με το χώρο του κρασιού;

 

Μπλέχτηκα με το κρασί τυχαία χάρη στο σύστημα των πανελληνίων εξετάσεων! Αρχικά ήθελα να γίνω διατροφολόγος, για καλή μου τύχη όμως, το 2007 απέτυχα και βρέθηκα στο ΤΕΙ Οινολογίας. Το κρασί, πόσο μάλλον η παραγωγή του, μου ήταν παντελώς άγνωστα σαν παιδί της πόλης. Στην οικογένειά μου δεν είχαμε επαφή με το κρασί και το μοναδικό που ήξερα να παραγγέλνω όταν έβγαινα σαν μαθητής, ήταν το Moschato d’Asti.

 

Πρώτη φορά ήρθα σε επαφή με τον τρύγο και την οινοποίηση στη Νάξο χάρη στον πατέρα ενός πολύ στενού μου φίλου, τον κυρ Μίλτο. Ζωγράφος στο επάγγελμα και ερασιτέχνης οινοποιός από τους λίγους που κάνουν καλό κρασί στο νησί και μάλιστα χωρικής οινοποίησης. Ήταν εκείνος που ενθουσιάστηκε πρώτος με την εισαγωγή μου στη σχολή και με παρότρυνε να συμμετάσχω στον τρύγο. Η παρέα των τρυγητών, τα αστεία τους, τα προβλήματα που ξεφύτρωναν από εδώ και από εκεί, το σπιτικό φαγητό, το περσινό καλό κρασί και η μυστικιστική (όπως μου φαινόταν τότε) ιεροτελεστία της οινοποίησης ήταν καθοριστικά, για να μπω με όρεξη στη σχολή και να παρακολουθώ όλα τα μαθήματα.

 

Έπειτα, το μικρόβιο του κρασιού με «μόλυνε» για πάντα μετά το ταξίδι μου στην Ισπανία, με τη Θεοδώρα Ρούβαλη και τη φοίτησή μας στο Universidad Politecnica de Valencia στο μάστερ της οινολογίας. Οι επισκέψεις μου στη Rioja, τη χώρα των Βάσκων, τα Κανάρια νησιά, η εξερεύνηση μίας οινικής κουλτούρας που δεν είχα γνωρίσει ποτέ στην Ελλάδα, με κάνανε να μην μπορώ να φανταστώ έναν κόσμο χωρίς κρασί.

 

Πότε ουσιαστικά ξεκινήσατε;

 

Πρώτη μου επαφή με το μοντέρνο τρόπο οινοποίησης ήταν η πρακτική μου στη Λήμνο, στο οινοποιείο του κ. Βαστάρδου Χωνά. Εκεί έμαθα να χειρίζομαι τις αντλίες, να καθαρίζω τα πάντα, να κάνω αναλύσεις σε ρυθμούς τρύγου σε ένα ετοιμόρροπο τραπεζάκι και να πειραματίζομαι με τα πνευματικά πιεστήρια στο Μοσχάτο Αλεξανδρείας. Εκεί ξεκίνησα να ανακαλύπτω τη γευσιγνωσία μούστων και των οίνων από την οπτική του οινολόγου.

 

Πρώτη μου επαφή με το αμπέλι ήταν τα πειράματα και οι παρατηρήσεις που έκανα στα πλαίσια της πτυχιακής μου σε αμπελώνες της Νεμέας για τη φωτοσυνθετική δραστηριότητα του Αγιωργήτικου. Οι δυο αυτές μου εμπειρίες με ωθήσανε να εστιάσω στην παραγωγή και την αναζήτηση της ποιότητας. Βλέποντας ότι ήταν εφικτό να προσαρμοστώ στην Ισπανία, έμαθα ισπανικά. Αποφάσισα όμως χωρίς δισταγμό να φύγω για το Πανεπιστήμιο της Βουργουνδίας στη Γαλλία για ένα μοναδικό μεταπτυχιακό πρόγραμμα πάνω στο αμπέλι και στο terroir.

 

Είχα την τύχη να συμμετάσχω στην εκπόνηση μιας ολοκληρωμένης μελέτης του terroir ενός grand cru monopole αμπελοτοπίου, του Clos de Tart, του οποίου οι τιμές των φιαλών ξεκινούν από 300 ευρώ. Επιπλέον, γνώρισα τη σκληρή δουλειά στα αμπέλια και την παραδοσιακή μέθοδο της Καμπανίας, αφού εργάστηκα για μία περίοδο σε έναν εξορισμένο champenois και hardcore bio αμπελουργό στα σύνορα της Βουργουνδίας.

 

Ο δρόμος μετά με έβγαλε στην Κοιλάδα του Λίγηρα, όπου συνεργάστηκα με το Ινστιτούτο Οίνου και Αμπέλου της Amboise πάνω σε ερευνητικά projects με στόχο τη μείωση των φυτοφαρμάκων και την προώθηση της βιοποικιλότητας στο αμπέλι, όπου εφάρμοσα αμπελουργία ακριβείας και τα πειράματα αυτά δημοσιευτηκαν σε posters.

 

Έκανα έναν τρύγο στο κτήμα Σκούρα. Η δουλειά στο οινοποιείο ήταν φοβερή σε όλη τη γκάμα των ποικιλιών που οινοποιεί με εντυπωσιακότερο, κατά τη γνώμη μου, το free-run juice Μοσχοφίλερό του. Σε έναν άλλο τρύγο ήμουν υπεύθυνος για τη λευκή οινοποίηση σε ένα από τα οινοποιεία του Gerard Bértrand στο Languedoc της νότιας Γαλλίας.

 

Έκανα και τον πρώτο μου διπλό τρύγο στο Marlborough της Νέας Ζηλανδίας και μετά την ίδια χρονιά στο Chateau de Santenay στη Βουργουνδία. Στον έναν ήμουν στην παραλαβή των Sauvignon blanc στα 8 πιεστήρια, όπου απέκτησα την πρώτη μου εμπειρία σε ένα κατ’ ουσίαν οινοποιείο-εργοστάσιο. Στον άλλον έμεινα στο μεσαιωνικό κάστρο του Φίλιππου του 2ου της Βουργουνδίας και οινοποίησα premier και grand cru Pinot Νoir και Chardonnay από διάφορα αμπελοοινικά villages.

 

Έπειτα, για μία γυναίκα έστειλα σε όλα τα οινοποιεία της Αγγλίας βιογραφικά και για καλή μου τότε τύχη, βρήκα δουλειά για ένα εξάμηνο ως υπεύθυνος του χειμερινού κλαδέματος και σύμβουλος για τη φυτοπροστασία των αμπελιών και την αύξηση της βιοποικιλότητας. Φυσικά, όποτε με ρωτούν γιατί πήγες στην Αγγλία, λέω ότι με την κλιματική αλλαγή αναμένεται να γίνει η επόμενη Καμπανία. Πιστεύω πως στο μέλλον τα αφρώδη τους θα έχουν πολύ ενδιαφέρον! Επέστρεψα ξανά στη Νότια Γαλλία, στη μεγαλύτερη δουλειά που πιστεύω πως έχω κάνει μέχρι σήμερα, σε οινοποιείο εποχιακά, ως υπεύθυνος οινολόγος των προζυμωτικών διεργασιών σε λευκά και ροζέ∙ πέρασαν από τα χέρια μου γύρω στα 100.000 εκατόλιτρα μούστου.

 

Τέλος γύρισα στην Ελλάδα, τελείωσα το στρατό και εκεί ήταν που συνάντησα τον κ. Πάρι Σιγάλα στο Οινόραμα του 2016 και με έφερε στη Σαντορίνη. Εδώ και 6 μήνες είμαι μέλος της ομάδας των υπεύθυνων του αμπελώνα του, ο οποίος αριθμεί περί τα 500 στρέμματα.

 

Ποια είναι η γνώμη σας για το Ασσύρτικο;

 

Επειδή νομίζω πως υπάρχουν πιο αρμόδιοι από εμένα, για να μιλήσουν για το Ασσύρτικο, θα πω ότι αμπελουργικά πρόκειται για μία ιδιότροπη ποικιλία που “υποφέρει” στη Σαντορίνη και θέλει μακρύ κλάδεμα, για να εξασφαλιστεί μία βιώσιμη παραγωγή. Από την άλλη όμως, αυτός για μένα είναι και ο λόγος που δίνει το μοναδικό χαρακτήρα που δε θυμίζει Ασσύρτικο από την υπόλοιπη Ελλάδα. Οι αμπελιές διψάνε, πεινάνε, χτυπιούνται από τους ισχυρούς ανέμους και καίγονται από την αρμύρα της θάλασσας. Παρόλα αυτά είναι εντυπωσιακό να οδηγείς στο δρόμο και να βλέπεις από εδώ και από εκεί κουλούρες “τέρατα” ηλικίας 60, 80, +100 ετών. Σκληραγωγούνται καθημερινά σε αυτό το αντίξοο περιβάλλον, κατακόβονται από τους Σαντορινιούς αμπελουργούς κατά το κλάδεμα με τρόπο που οποιοσδήποτε Γάλλος αμπελουργός θα έβγαζε φλύκταινες αν έβλεπε τι γίνεται στα αμπέλια μας. Αυτό τους δίνει τη δυνατότητα να ξεπερνάνε κατά πολύ το μέσο όρο ζωής ενός κλασικού παραγωγικού ευρωπαϊκού αμπελώνα. Οι βαθιές τομές στο κλάδεμα και τα στριφογυρίσματα του κορμού σύμφωνα με τη βιβλιογραφία επιδρούν αρνητικά στη σωστή κυκλοφορία των χυμών∙ όμως αυτό δεν συμβαίνει στη Σαντορίνη.

 

Η Σαντορίνη αν και προσφάτως σχετικά άρχισε να ακούγεται στο εξωτερικό, ίσως είναι το πιο τυπικό παράδειγμα terroir παγκοσμίως. Η οργανοληπτική αίσθηση της “ορυκτότητας” είναι διαφορετική, από εκείνες που βρίσκουμε σε λευκές Βουργουνδίες ή Αλσατίες. Ακόμα και ο πιο απαίδευτος καταναλωτής θα καταλάβαινε τη διαφορά στο χαρακτήρα ενός Ασσύρτικου άλλης περιοχής, αν δοκίμαζε και τα δυο κρασιά στη σειρά. Ακόμα έχει όλο το πακέτο του όρου terroir. Μία γεωλογική ιστορία του εδάφους με ιδιαίτερες τοποκλιματολογικές συνθήκες, απουσία φυλλοξήρας και μοναδικές καλλιεργητικές τεχνικές στο αμπέλι. Αν μιλήσουμε και για την οινοποιητική διαδικασία του Vinsanto, εκεί είμαστε και ιστορικά πρώτοι.

 

 

Μιλήστε μας για το οινοποιείο του Πάρι Σιγάλα.

 

Αρχικά το οινοποιείο στεγάστηκε εκεί όπου παλαιότερα ήταν η παραδοσιακή κάναβα της οικογένειας του Πάρι Σιγάλα. Στη συνέχεια κατασκευάστηκε και λειτούργησε, το 1998, σε ιδιόκτητο χώρο, νέα μονάδα παραγωγής, εμφιάλωσης και παλαίωσης οίνων. Το κτήμα βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του νησιού, στην περιοχή της Οίας και οι εγκαταστάσεις του έχουν τη δυνατότητα να παράγουν και να εμφιαλώσουν μέχρι και 300.000 μπουκάλια το χρόνο. Το οινοποιείο διαθέτει άρτια τεχνολογικά εξελιγμένο οινοποιητικό εξοπλισμό, μονάδα ψύξης, πνευματικά πιεστήρια με τη δυνατότητα χρήσης αζώτου για προστασία κατά των οξειδώσεων, αντλίες που σέβονται το μούστο και το κρασί που διέρχεται από εκείνες. Μπορείς να βρεις από ανοξείδωτες δεξαμενές μέχρι τσιμεντένιες αλλά και δεξαμενές “αυγά”, παλιά κυρίως δρύινα βαρέλια και το σύγχρονό μας εμφιαλωτήριο.

 

Τα αμπέλια του κτήματος, είτε τα ιδιόκτητα είτε αυτά που νοικιάζουμε, βρίσκονται λίγο πολύ σε ολόκληρη τη Σαντορίνη. Και αυτό ξεκίνησε από την επιθυμία του κ. Πάρι Σιγάλα να καινοτομήσει και να διαφοροποιηθεί από τα υπόλοιπα οινοποιεία του νησιού δημιουργώντας μία σειρά κρασιών τα “7 Χωριά”. Εφαρμόζοντας ίδιες οινοποιητικές τεχνικές σε σταφύλια Ασσύρτικο επιλεγμένων αμπελοτοπίων, στόχος του είναι να αναδείξει την τυπικότητα όχι μόνο της Σαντορίνης αλλά και των 7 βασικών αμπελουργικών περιοχών της. Η ιδέα αυτή που θυμίζει τα “Villages” της Βουργουνδίας είναι κάτι το οποίο εξιτάρει οποιονδήποτε σοβαρό οινόφιλο. Πράγματι, δοκιμάζοντας τις φιάλες αυτές και μαθαίνοντας λεπτομέρειες για την τοποθεσία των αμπελώνων θα διαπιστώσετε ότι ένα “Ακρωτήρι” έχει να πει γευστικά, ιστορικά, τοποκλιματικά, εδαφολογικά και καλλιεργητικά μία εντελώς διαφορετική ιστορία από ένα “Βουρβούλο”.

Ο μεγαλύτερος πάντως όγκος των αμπελιών του κτήματος βρίσκεται στη γύρω περιοχή της Οίας, την οποία επίσης βρίσκουμε στα“7 Χωριά” και έχει το δικό της χαρακτήρα. Επίσης, ο κ. Πάρις Σιγάλας έχει όραμα να “φτιάξει” τον αμπελώνα της Σαντορίνης, ο οποίος εγκαταλείπεται με εκθετικούς ρυθμούς γι’ αυτό και ανοίγεται κάθε χρόνο νοικιάζοντας νέα χωράφια και ήδη έτοιμα αμπέλια.

 

Μια ωραία επαγγελματική στιγμή σας.

 

Όσον αφορά την ωραιότερη στιγμή στα επαγγελματικά μου θα έλεγα ότι ήταν κατά τη διάρκεια μιας νυχτερινής βάρδιας στη Νέα Ζηλανδία. Μετά από μία χαοτική παραλαβή σταφυλιών με τα φορτηγά να έρχονται γεμάτα το ένα μετά το άλλο, να πετάνε τα σταφύλια στις σταφυλοδόχους, να γεμίζουν και τα οκτώ 25τονα και 50τονα πιεστήρια και να αναγκαζόμαστε να ξεπερνάμε κατά πολύ το όριο γεμίσματος των πιεστηρίων αυτών... Με τα πιεστήρια να εκρήγνυνται το ένα μετά το άλλο, να μαζεύουμε να αδειάζουμε, να ξαναγεμίζουμε, να διώχνουμε στις δεξαμενές για απολάσπωση. Μετά από όλο αυτό, στο τέλος της βάρδιας μας, στις 7 το πρωί και πριν το ξημέρωμα, να μπαίνουμε όλο το team στα αυτοκίνητα με δύο καφάσια μπύρες και να τρέχουμε για την παραλία να προλάβουμε να απολαύσουμε την ανατολή του ηλίου…

 

Μελλοντικοί σας στόχοι.

 

Θα έλεγα πως ήδη ζω το στόχο μου. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι το “ταξίδι” που κάνω, για να γνωρίσω καλύτερα τη συμπεριφορά της αμπέλου, την επίδραση του αμπελοτοπίου, των καλλιεργητικών τεχνικών και της “millesime” (που λένε και οι Γάλλοι) στα σταφύλια αλλά και στην ποιότητα του τελικού κρασιού.

Μέχρι πρόσφατα ταξίδευα για να ανακαλύψω διαφορετικές αμπελουργικές και οινοποιητικές οπτικές γωνίες διαφορετικών ανθρώπων με διαφορετικές αντιλήψεις, να γνωρίσω συμπεριφορές διαφόρων ποικιλιών και να δοκιμάσω ο ίδιος τα κρασιά αυτά στον τόπο που φτιάχτηκαν. Έμαθα να προσαρμόζομαι κάτω από διαφορετικές συνθήκες σε πλήθος εργασιακών περιβαλλόντων και είδα ανθρώπους με εντελώς αντίθετες απόψεις να παράγουν εξίσου μεγάλα κρασιά. Αλλιώς βλέπει το κρασί ένας μικρός αμπελουργός, αλλιώς ένα οινοποιείο μικρού μεγέθους, αλλιώς ένα οινοποιείο-εργοστάσιο. Αποφάσισα λοιπόν να γνωρίσω σε μεγαλύτερο βάθος, τη διασημότερη ελληνική περιοχή στο εξωτερικό, τη Σαντορίνη.

 

Νιώθω ότι η παραγωγή του κρασιού συνδυάζει επιστήμη, τέχνη και τα μεγάλα κρασιά γίνονται περισσότερο διαισθητικά παρά ακολουθώντας κάποιο πρωτόκολλο. Αυτό δεν το βρίσκεις σε πολλά επαγγέλματα εκεί έξω και είναι και ο λόγος που αγαπάω το κρασί. Για αυτό, δημιούργησα και το κανάλι μου στο YouTube το “The Winemaker’s Art” επειδή ήθελα να μοιραστώ τις εμπειρίες μου, να ωθήσω νέους ενδιαφερόμενους να ασχοληθούν με την παραγωγή και να δείξω σε άλλους σαν εμένα που σκέφτονται να φτιάξουν κρασί τι τους περιμένει.

Ίσως κάποια στιγμή να αποφασίσω να δημιουργήσω έναν δικό μου αμπελώνα και να χτίσω μία ιστορία πίσω από τη δική μου ετικέτα.