Στις αρχές του 1900 ο παππούς μου, ο Βασίλης Παπαγιαννάκος πήγε στην Αμερική, έζησε 10 χρόνια  στο Σικάγο, δούλεψε, μάζεψε χρήματα και επιστρέφοντας τα επένδυσε σε αμπελώνα, παντρεύτηκε τη γιαγιά μου Μαρίκα, που είχε και αυτή πολλά αμπέλια , και άρχισε να επεκτείνεται επαγγελματικά. Τον διαδέχτηκε ο  πατέρας μου, ο οποίος όμως αποφάσισε να κινηθεί πιο επιχειρηματικά, οινοποιώντας και  τα σταφύλια των θείων του. Ανέπτυξε τις πωλήσεις και είναι αυτός που ουσιαστικά τη μετέτρεψε το οικογενειακό οινοποιείο σε επιχείρηση. Τότε, το Μαρκόπουλο ήταν ο κύριος τροφοδότης της Αθηναϊκής κατανάλωσης με κρασί λόγω εγγύτητας. Ο πατέρας μου, Γιάννης Παπαγιαννάκος, πήρε τα πρώτα γαλλικά πιεστήρια στις αρχές της δεκαετία του 60, ήταν από τους πρώτους που έφεραν πιεστήρια στην Ελλάδα. Ένας άνθρωπος παθιασμένος και με το αμπέλι και με το οινοποιείο.

Εγώ λοιπόν γεννήθηκα σε αυτή τη δουλειά∙ γεννήθηκα μέσα στις μυρωδιές της μουστιάς, όπως λέμε εδώ στο Μαρκόπουλο. Κάθε Σεπτέμβρη, όλοι οι δρόμοι πλημμύριζαν μούστο και από τα κάρα έσταζαν οι χυμοί των σταφυλιών. Όλο το Μαρκόπουλο μύριζε από ένα μεθυστικό άρωμα.

Το πατρικό μου ήταν ένα σπίτι κλειστό, μεσογείτικης αρχιτεκτονικής, που έμοιαζε με φρούριο, με τη μεγάλη πόρτα στην είσοδο..Δίπλα στο  σπίτι υπήρχε ο στάβλος, μετά το οινοποιείο, η αποθήκη με τα βαρέλια και τέλος το κοτέτσι. Τα είχε όλα γύρω γύρω περιμετρικά.

Οι παιδικές μου μνήμες σε σχέση με τον τρύγο,είναι πολύ έντονες. Οι εγκαταστάσεις του οινοποιείου ήταν στην πίσω αυλή του σπιτιού και οι δεξαμενές ζύμωσης βρισκόταν έξι-εφτά μέτρα από το υπνοδωμάτιο μου, οπότε άκουγα όλο το βράδυ τη ζύμωση. Μυρωδιές να ξεχύνονται σε όλο το χώρο, κρασιά να «ζυμώνουν» όλη τη νύχτα. Και δε σου λέω για τις μυρωδιές στο σπίτι μου, που μικρά παιδιά παίζαμε μέσα στα τσίπουρα και όλα μας τα παιδικά παιχνίδια ήταν με τους μούστους

O πατέρας μου έφευγε χαράματα για το αμπέλι. H ετοιμασία άρχιζε με το που λαλούσε ο κόκορας και διαρκούσε περίπου μία ώρα: να ετοιμάσει το άλογο να το ζέψει, να του βάλει τη σούστα, για να έρθουν μετά οι εργάτες. Εγώ μικρό παιδάκι άκουγα όλη αυτή την φασαρία και ήξερα ότι ο μπαμπάς ετοιμαζόταν για το αμπέλι. Και για έναν παράξενο λόγο ο κόκορας μου θυμίζει όλες αυτές τις έντονες εικόνες και μνήμες. Ενσαρκώνει όλη την ένταση της προετοιμασίας του πατέρα μου που πήγαινε στο αμπέλι.

Οι Μαρκοπουλιώτες ήταν ανέκαθεν αμπελουργοί και παραμένουμε∙ οι περισσότεροι από χόμπι. Είναι τέτοιος ο εμποτισμός της αμπελοκαλλιέργειας στο DNA μας που ένας φίλος που ζεί στην Αμερική, μηχανολόγος κορυφαίος με προϋπηρεσία στην NASA ,δεν έχει χάσει ούτε ένα τρύγο. Έρχεται κάθε Σεπτέμβρη και κάνει ο ίδιος τον τρύγο, μεταφέροντας τα σταφύλια με τον παραδοσιακό τρόπο μέσα σε κοφίνια, γιατί ο πατέρας του είχε από παλιά πατητήρι όπως κάθε μεγάλη οικογένεια που είχε πολλά στρέμματα, είχε και το δικό της πατητήρι.

Στο νέο οινοποιείο πήγαμε το 2007. Εγώ μεγάλωσα σε ένα χωριό, γιατί το Μαρκόπουλο τότε ήταν ένα χωριό, σήμερα είναι πόλη. Έχοντας τα βιώματα με την αστικοποίηση του Μαρκόπουλου και την κατεδάφιση των παλιών όμορφων μικρών σπιτιών και την αντικατάστασή τους από πολυκατοικίες, είχα αποφασίσει να μετακινηθώ , γιατί αφουγκραζόμουν την δυσκολία των νέων κατοίκων να ανεχτούν την αναστάτωση που συνόδευε τον τρύγο. Αν δεν είχα προβλέψει να φύγω από το κέντρο του Μαρκόπουλου , είναι σίγουρο πως θα με είχαν κλείσει. Με τους ντόπιους, τα πράγματα ήταν αλλιώς. Τις ημέρες του τρύγου ήταν όλοι σε εγρήγορση, έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν προς διευκόλυνση των οινοποιείων,  και το μότο των ημερών ήταν  «Θέρος ,Τρύγος, Πόλεμος» Για να καταλάβεις, γύρω στο ’93, ’94, ένα μηχάνημα είχε χαλάσει και έκανε τρομερό θόρυβο. Είχε σπάσει ένα μοτέρ και ο θόρυβος ήταν ανυπόφορος. Καταφέραμε και το φτιάξαμε το επόμενο πρωί. Ένας γείτονας μου είπε για το θόρυβο. Στην ερώτησή μου «Γιατί δεν με ειδοποίησες το βράδυ;» μου απάντησε: «Ντράπηκα, Βασίλη, να σε ειδοποιήσω, για να μη νομίζεις πως ήθελα να σου κάνω παρατήρηση. Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω γιατί θα ήσουν κουρασμένος». Οι γείτονές μου δεν κοιμήθηκαν όλο το βράδυ, όμως δεν βαριοκάρδισαν..

Και το 1999 ξεκινώ το καινούριο project. Έβγαλα την άδεια το 2001 και ξεκίνησα εργασίες το 2003. Απέναντι από το οινοποιείο είναι ένα αρχαίο πηγάδι και ένα μοναστήρι. Οι μοναχοί πήγαιναν στο πηγάδι να πάρουν νερό. Οπότε το είχαν ονομάσει το πηγάδι των καλογήρων. Στην τοπική διάλεκτο το πηγάδι λέγεται πούσι. Πούσι Καλογέρι.

Στο νέο χώρο στο Καλογέρι, μεταξύ Μαρκοπούλου και Πόρτο-Ράφτη, ήθελα να κατασκευάσω  ένα κτίριο ενταγμένο  στο τοπίο, να ενσωματωθεί αρμονικά στο φυσικό περιβάλλον.

Αναζητούσα τρία χρόνια τον αρχιτέκτονα που θα το σχεδίαζε .Η ομάδα που το σχεδίασε και το υλοποίησε δεν δέχτηκε καμιά υπόδειξη από εμένα. Η Έλενα Σταυροπούλου η αρχιτέκτων στην οποία αρχικά απευθύνθηκα, είχε ειδικευτεί στην βιοκλιματική αρχιτεκτονική και πρότεινε να το φτιάξουμε βιοκλιματικό με επιπλέον κόστος 20-25%. Όλο το έργο κατασκευάστηκε από το υστέρημα και με ένα τρομερό υπερδανεισμό, χωρίς να κάνω οποιοδήποτε συμβιβασμό στα ποιοτικά υλικά. Το οινοποιείο αυτό είναι όνειρο και ταυτόχρονα έργο ζωής. Ξεκίνησε σαν ιδέα το 1996, αλλά το 1999 καταλήγοντας στη συγκεκριμένη αρχιτεκτόνισσα, ετοίμασα όλα τα δικαιολογητικά για την έναρξη  της κατασκευής. Είναι η εποχή που όλοι έπαιζαν στο χρηματιστήριο και ο κόσμος ζούσε σε μια άλλη διάσταση. Επιπροσθέτως η χώρα μας ανέλαβε τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και ξεκίνησε η παράκρουση των κατασκευών. Σε αυτό το κλίμα εγώ σχεδίαζα ένα νέο οινοποιείο που σήμερα το 2017 είναι state of the art.

Το Σαββατιανό ήταν η μόνη ποικιλία που γνώριζα, μέχρι που ενηλικιώθηκα. Μάλιστα τόσο οι ντόπιοι εδώ όσο και η οικογένειά μου πίστευαν πως ήταν το καλύτερο κρασί του κόσμου. Εγώ σαν ενήλικας  και με μεταπτυχιακά στο marketing, διαπίστωσα, πως ήταν ένα εντελώς ανώνυμο προϊόν. Τότε είπα στον πατέρα μου πως οι Γάλλοι έχουν ονομασία προέλευσης κι εκείνος μου απάντησε πως τα λένε αυτά γιατί δεν έχουν δοκιμάσει το δικό μας. Αυτό για το οποίο με έπεισε ο πατέρας μου είναι ότι τα σταφύλια μας ήταν πολύ καλά. Εμείς δουλεύοντας με φυσικό τρόπο χωρίς τεχνολογικές παρεμβάσεις, είχαμε ένα σταφύλι «διαμάντι», όπως το αποκαλούσε κι ο πατέρας μου. Καταλάβαινε πως μπορεί να μην το οινοποιούσαμε σωστά, ήξερε όμως ότι το σταφύλι μας ήταν εξαιρετικό. Δεν προσπάθησε να με πείσει για το κρασί, αντιθέτως με έπεισε για το αμπέλι. Μου έλεγε: «Δεν είναι δυνατόν να μην έχουμε το καλύτερο κρασί με αυτά τα αμπέλια!» Αυτό έμεινε χαραγμένο στη μνήμη μου και μετά από λίγα χρόνια το 1991, όταν ανέλαβα εγώ ήρθα αντιμέτωπος με μια πρόκληση. Αφού έχουμε τόσο καλή πρώτη ύλη, γιατί να μην κάνουμε ένα πολύ καλό κρασί; Έτσι ξεκίνησα τις πρώτες οινοποιήσεις το ’94, με ελεγχόμενη θερμοκρασία ζύμωσης, πρώιμο τρύγο, δηλαδή να αλλάζω τους παράγοντες της οινοποίησης. Μέχρι τότε δεν ξέραμε τι ποιοτικά χαρακτηριστικά έχει το Σαββατιανό, ούτε το  αρωματικό του δυναμικό. Βέβαια είχε γίνει μια πολύ καλή οινοποίηση από τον Πέτρο Κόλλια, χημικό τότε  στο συνεταιρισμό της ΜΑΡΚΟ. Είχε κάνει μια ζύμωση επιλεγμένου Σαββατιανού ρίχνοντας κρύο νερό σε σιδερένια δεξαμενή πάνω από το πηγάδι, με καταιονισμό, με διαβροχή. Είχε βγει ένα εξαιρετικό κρασί το ’91-’92. Είχε καταφέρει να κατεβάσει τη θερμοκρασία στους 19-20 βαθμούς και το κρασί ήταν απίστευτα τραγανό, φρέσκο και πολύ ποιοτικό. Αυτό μου έδωσε την ώθηση να προβώ σε μια μεγάλη επένδυση την περίοδο 1992-93. Αγόρασα ανοξείδωτες δεξαμενές με μανδύα ψύξεως, πνευματικό πιεστήριο .Μου είχε κάνει τότε ένα αφιέρωμα η Ελευθεροτυπία, στο ένθετο Info, με τίτλο «Κρασί υψηλής τεχνολογίας», επειδή ήταν με ελεγχόμενη ζύμωση με ειδικά όργανα, που παρείχαν ψύξη οποιαδήποτε ώρα χρειαζόταν. Ήδη βέβαια από το ’95 είχα αρχίσει να κάνω πειραματισμούς στα αμπελοτόπια «παίζοντας» με χαμηλότερες θερμοκρασίες ζύμωσης.

 Φέτος οινοποίησα μια δεξαμενή τελείως «natural.»δηλ. χωρίς θειώδη και με αυθόρμητη ζύμωση. Το κρασί έχει προέλθει από απολασπωμένο μούστο και ζυμωμένο σε χαμηλή θερμοκρασία.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνω αυτό. Το ’94 είχα οινοποιήσει πειραματικά μια μεγάλη δεξαμενή, με αυθόρμητη ζύμωση. Είχε βγει ένα αρωματικό κρασί, που μύριζε όλη η γειτονιά. Ο οινολόγος μου έχει την άποψη ότι η ζύμη του Σαββατιανού πρέπει να ερευνηθεί και να γίνει στέλεχος.. Τώρα που είναι της μόδας τα natural μπορούμε να ελέγχουμε περισσότερο τους παράγοντες με την ψύξη ακόμη πιο δυνατά, σε μικρότερες δεξαμενές.

Το Σαββατιανό Παπαγιαννάκος είναι η πιο επιτυχημένη μας ετικέτα. Είναι ένα κρασί με πολλές αρετές . Φρέσκο είναι δροσερό , τραγανό φρουτώδες με φιλική οξύτητα που συνοδεύει απροβλημάτιστα την μεσογειακή κουζίνα.

 Το ’94 –’95 που έβγαλα την πρώτη μου ετικέτα, το Κτήμα Παπαγιαννάκου και το κοκοράκι, το Σαββατιανό, άρχισαν να εμφανίζονται στην ελληνική αγορά τα μικρά κτήματα. Έχοντας σπουδές marketing στην Αγγλία και έχοντας δουλέψει στην Achaia Claus, γνώριζα όλο το κύκλωμα της εμπορίας. Γνώρισα τότε την  γραφίστρια μου -και της ζήτησα να μου σχεδιάσει ετικέτα που να μη μοιάζει με καμία άλλη. Ήθελα μία πρωτότυπη δουλειά γιατί ήθελα να βγω στην αγορά με την δική μου ταυτότητα. Μία από τις προτάσεις της ήταν η ετικέτα με το κοκοράκι την οποία υιοθέτησα αμέσως λογω των παιδικών μου αναμνήσεων.

Για την προέλευση της  λέξης Σαββατιανό δεν έχουμε κάποια ένδειξη ή αδιάσειστη μαρτυρία, αλλά υπάρχουν στοιχεία πως ήταν η ποικιλία της αρχαίας Αθήνας φυτεμένη κατά κύριο λόγο στο Βοτανικό, εκεί που είναι ο Ελαιώνας. Εκεί υπήρχε ο αρχαίος ναός της Δήμητρας και την περίοδο των χριστιανικών χρόνων συνηθιζόταν να χτίζουν εκκλησίες πάνω στους αρχαίους ναούς. Επάνω στο ναό της Δήμητρας έκτισαν τον ιερό ναό του Αγίου Σάββα. Πήγαιναν τότε οι Μεσογείτες και έπαιρναν κλώνους. Έλεγαν από τον Άγιο Σάββα, Σαββατιανό. Εγώ δεν μπορώ να το δεχτώ, γιατί ο αμπελώνας των Μεσογείων  προϋπήρχε αυτής της εποχής. Μάλιστα κατά τους Ρωμαικούς χρόνους , ο Αττικός αμπελώνας παρήγε ένα κρασί  Grand Cru , τον “Χρυσαττικό». Υπάρχει σχετική βιβλιογραφία γι’αυτό.

Είμαι από τους πιο παλιούς οινοποιούς που επέμεινα να κάνω το Σαββατιανό brand name∙ δηλαδή να γράφω Σαββατιανό με μεγάλα γράμματα στην ετικέτα. Πολλοί πριν από εμένα είχαν βγάλει Σαββατιανό, αλλά δεν το έγραφαν στην ετικέτα. Εγώ επέμεινα σε ένα κρασί premium να γράψω Σαββατιανό στην ετικέτα, αλλά και σε premium τιμή. Όταν το έκανα, δέχτηκα τεράστιο πόλεμο, θεωρήθηκα προκλητικός Το 1999 συνεργαζόμουν με την καλύτερη τότε εταιρία διανομών οι οποίοι εν ψυχρώ μου ζητούσαν να αφαιρέσω την λέξη Σαββατιανό από την ετικέτα. Εγώ όμως ήμουν ανένδοτος, γιατί ήξερα ότι θα πάρει καιρό  , αλλά κάποια στιγμή θα αναγνωριστεί. Υποστήριζα πως  «Όταν εδραιωθεί, γιατί για μένα είναι ιστορική αναγκαιότητα, θα αναπτυχθούν και οι πωλήσεις. Εδώ είναι η ιστορία μου, εδώ είναι οι ρίζες μου και σε αυτό θέλω να αγωνιστώ». Στερήθηκα όλα αυτά τα χρόνια πωλήσεις καλές και επενδύσεις που θα επέτρεπαν στο οινοποιείο να αναπτυχθεί επιχειρηματικά. Παρόλα αυτά εγώ είχα το στόχο μου. Την ανάδειξη της ποικιλίας. Και με την ανάδειξη της ποικιλίας , γνώριζα ότι θα έρχονταν και οι πωλήσεις. Το οινοποιείο σαν κτίριο βοήθησε κι αυτό στην εικόνα. Λόγω του βιοκλιματικού του σχεδιασμού και της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής του , τράβηξε τα φώτα της δημοσιότητας και μαζί με αυτό και η ποικιλία. Οπότε όλα μαζί αυτά ήρθαν και έδεσαν.

Η μεγάλη επανάσταση είχε αρχίσει από το ’95 και το ’98 που έβγαζα εκπληκτικά κρασιά, τα οποία άρεσαν μεν στο κόσμο, αλλά δύσκολα θα παρήγγειλε  στην Ελλάδα κάποιος Σαββατιανό. Το 2000 το Σαββατιανό μας πήρε το πρώτο Χρυσό του μετάλλιο στον 2ο Διεθνή Διαγωνισμό Θεσσαλονίκης .Το 2003 , το Σαββατιανό Παπαγιαννάκου συγκαταλέχθηκε στα 9 καλύτερα λευκά κρασιά απ’ ολο τον κόσμο που εκτίθετο στο London Wine Fair από τους οίνο -δημοσιογράφους του Decanter , που δοκίμαζαν incognito τα κρασιά της έκθεσης.

Πριν λίγο καιρό στο Mundus Vini, πήραμε το βραβείο Best of Greece. Δεν είναι η πρώτη φορά που το Σαββατιανό βραβεύεται με χρυσό μετάλλιο σε διεθνή διαγωνισμό αλλά είναι η πρώτη που βραβεύεται ως «Καλύτερο Ελληνικό Λευκό» και αυτό μας δίνει μία ιδιαίτερη ικανοποίηση. Σήμερα, το Σαββατιανό Παπαγιαννάκου είναι στις λίστες εστιατορίων με αστέρια Michelin,στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό.

Το Σαββατιανό παλαιώνει υπέροχα. Με το πέρασμα του χρόνου , αποκτά πολυπλοκότητα, βάθος φρούτου, αναδεικνύεται η ορυκτότητα. Το Κτήμα Παπαγιαννάκου 2008, παλαίωση στην φιάλη, είναι ακόμη καταπληκτικό κρασί. Θεωρώ πως μπορούμε να βγάλουμε και φρέσκα Σαββατιανά σε πιο PREMIUM κατηγορία, όπως π.χ. το κρασί μας «Σαββατιανό Single Vineyard».. Ένα τέτοιο κρασί πουλιέται στο εξωτερικό 50-60 δολάρια και υπάρχει μεγάλη ζήτηση. Βάζει το Σαββατιανό σε μια άλλη διάσταση.

Το 2015 δημιουργήθηκε το cluster WINE OF ATHENS αποτελούμενο από 5 οινοποιεία με στόχο την ενδυνάμωση της εικόνας του Σαββατιανού και του Αττικού Αμπελώνα. Απαραίτητη προϋπόθεση για να συμμετέχει κάποιο οινοποιείο στην ομάδα είναι η παραγωγή προϊόντος από Σαββατιανό και να είναι βραβευμένο τουλάχιστον 2 φορές σε διεθνείς διαγωνισμούς . . Μέσα από το Wines of Athens, οι συνεργάτες μου ενισχύουν το brand name του Σαββατιανού  δημιουργώντας μια κλάση .Η ομάδα μας είναι πολύ δυνατή, υπάρχει αλληλοσεβασμός, εκτίμηση των προσπαθειών και  αναγνώριση στης του εγχειρήματος από τα media και τον κόσμο του κρασιού. Πρόσφατα ήμασταν σε αφιέρωμα στο περιοδικό  Blue της Aegean airlines. Εκατομμύρια έμαθαν για  τον Αττικό αμπελώνα και το Σαββατιανό . Νιώθω πως είναι μια δικαίωση. Όταν συνδέεις έναν αμπελώνα με την Αθήνα, ανεβάζεις πολιτιστικά και οινικά την Ελλάδα. Λέγοντας Wines of Athens δίνεις μια άλλη διάσταση στον αττικό αμπελώνα. Υποσυνείδητα οδηγείς τον τουρίστα πίσω στο Διόνυσο και αυτομάτως δίνει ιστορικότητα σε όλο το ελληνικό κρασί. Έτσι το Wines of Athens δουλεύει στην κατεύθυνση του τρίπτυχου Ελλάδα, Αθήνα, Κρασί.

Μια ιστορία πίσω από την ετικέτα είναι το γνωστό κοκοράκι που είπαμε πιο πριν καθώς επίσης και ένας σταθμός είναι το 2007. Είναι η χρονιά που κάναμε τον πρώτο μας τρύγο στο νέο οινοποιείο, με την ετικέτα Καλογέρι - Μαλαγουζιά και Cabernet Sauvignon- βάζοντας σαν σήμα την ελιά που έχω μπροστά στο κτίριο. Η Μαλαγουζιά έχει κάνει αίσθηση, γιατί είναι ένα κρασί με άποψη και βρίσκεται μέσα στην πεντάδα των κρασιών με απεικόνιση του terroir της περιοχής. Είναι το πρώτο ελληνικό κρασί που κατόρθωσε να βραβευτεί με Χρυσό μετάλλιο στον πολύ σημαντικό διαγωνισμό Sommelier Wine Awards το 2015 . Είναι  mineral,  crispy,  φίνα,  ντελικάτη. Είμαι πολύ  υπερήφανος για την περιοχή μου, μου δίνει τέτοια αυτοπεποίθηση το terroir επειδή το ζω, το βιώνω και το βλέπω και πιστεύω πως την επόμενη δεκαετία τα κρασιά μας θα είναι μεγάλα.

Με ρωτούν τελευταία για τους στόχους μου και τη στρατηγική.

Βασικός μου στόχος είναι να διατηρήσω το επίπεδο που έχω φτάσει. Θέλω τα κρασιά μου να είναι σταθερά  στο ίδιο υψηλό  επίπεδο κάθε χρόνο, κι όπου πρέπει να βελτιώνονται,. Οι πειραματισμοί γίνονται συνέχεια, δεν σταματούν. Επίσης θέλω να εδραιωθεί το Σαββατιανό στην Ελλάδα ως ένα κλασικό ποιοτικό  κρασί και να μη χρειαστεί να ξανακούσω την φράση « ..το παρεξηγημένο Σαββατιανό..» Το Σαββατιανό δεν χρειάζεται τέτοιου είδους  επιθετικούς προσδιορισμούς. Τουλάχιστον όχι από τους οινικά ενήμερους.