Η απάντηση βρίσκεται στο νεότευκτο Ξενοκράτειο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου.
Ο τάφος δύο νέων Αιτωλών.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ταφικά σύνολα προέρχεται από τάφο πρώιμων ελληνιστικών χρόνων (τέλη 4ου-αρχές 3ου αι. π.Χ.) της πόλης Άκραι (σημ. Λιθοβούνι). Περιείχε δύο νεαρούς ενήλικες, οι οποίοι συνοδεύονταν από ξεχωριστά σκεύη, καθώς και από πολύτιμα χρυσά και ασημένια κοσμήματα, που μαρτυρούν το υψηλό κοινωνικό επίπεδο των νεκρών.
Κάποια από τα αντικείμενα αυτά, ειναι ο εξαιρετικά σπάνιος ψυκτήρας από χυτό πρασινωπό γυαλί, που αποτελείται από τρία μέρη. Προοριζόταν για το πάγωμα του κρασιού ή άλλου υγρού, με τη χρήση χαλαζιού, πάγου ή χιονιού στο κενό ανάμεσα στα δύο σκεύη.
Το πιο εξειδικευμένο αγγείο ψύξης ήταν ο ψυκτήρας. Είχε ιδιαίτερο σχήμα που θυμίζει μανιτάρι ή βολβό και τοποθετούνταν συνήθως μέσα σε ένα μεγαλύτερο αγγείο, τον «κρατήρα», ο οποίος περιείχε κρύο νερό ή πάγο. Ο ψυκτήρας γέμιζε με κρασί, απομονώνοντας το πολύτιμο περιεχόμενο και ψύχοντάς το έμμεσα μέσω του νερού ή του χιονιού που υπήρχε στον εξωτερικό χώρο. Για την άντληση του παγωμένου κρασιού από το δοχείο, χρησιμοποιούσαν το ειδικό εργαλείο «κύαθο»

Οι εύποροι της εποχής διατηρούσαν χιόνι ή πάγο κατά τη διάρκεια των θερμών μηνών σε ειδικά διαμορφωμένα κατηφορικά σπήλαια. Ο παγωμένος αυτός αέρας παρέμενε εκεί λόγω του μεγαλύτερου ειδικού βάρους του. Κατά τη διάρκεια των συμποσίων ή των γευμάτων, οι δούλοι πρόσθεταν το χιόνι απευθείας στο νερό που χρησιμοποιούσαν για την ανάμειξη του κρασιού, πετυχαίνοντας άμεση ψύξη.
Το κρασί της εποχής ήταν αρκετά παχύρευστο, γλυκό και δυνατό, γι' αυτό και οι αρχαίοι δεν το έπιναν ποτέ σκέτο (άκρατο). Η διαδικασία του σερβιρίσματος απαιτούσε ανάμειξη στον κρατήρα με νερό, το οποίο προερχόταν από φυσικές πηγές. Η προσθήκη δροσερού πηγαίσιου νερού συνέβαλλε στο να πέσει η θερμοκρασία του κρασιού, κάνοντάς το ευκολόπιοτο.






